100 χρόνια απ΄τη Γενοκτονία των Ποντίων: Σάντα, το σύγχρονο Ζάλογγο…

Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις στερεύουν και η πλούσια ελληνική γλώσσα προβάλει τόσο φτωχή, ώστε να αποτυπώσει το μέγεθος της τραγωδίας. Πέρασαν κιόλας 100 χρόνια από τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, ένα σχέδιο που επεξεργάστηκαν και εκτέλεσαν οι Νεότουρκοι και είχε ως αποτέλεσμα την απαλοιφή του Ορθόδοξου στοιχείου, από περιοχές όπου μεγαλούργησε για αιώνες.

Από το 1914 μέχρι το 1923 που πραγματοποιήθηκε η ανταλλαγή πληθυσμών, οι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας υπέστησαν διωγμούς, ταπεινώσεις, βασανιστήρια και αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες ξεψύχησαν με απάνθρωπο τρόπο, κυρίως μέσω του «Λευκού Θανάτου». Ετσι έμειναν στην ιστορία οι ατέρμονες πορείες που τους επέβαλαν οι Τούρκοι μέσα σε όρη, έλη και βάλτους, χωρίς τροφή και νερό, όπως και τις στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής ή περίθαλψης.

Οσοι έπεφταν λιπόθυμοι εκτελούνταν επί τόπου ή έμεναν αβοήθητοι να ξεψυχήσουν από την πείνα και τις κακουχίες, ενώ άλλοι αναγκάστηκαν να παραμένουν γυμνοί σε συνθήκες πολικού ψύχους, μέχρι να «λυγίσουν» από τα κρυοπαγήματα.

Ο ακριβής αριθμός των συμπατριωτών μας που χάθηκαν σε εκείνην τη σκοτεινή δεκαετία, υπολογίζεται σε περισσότερους από 300.000, ενώ ο επιθανάτιος ρόγχος του ελληνισμού ήταν η καταστροφή της Σμύρνης, που συνοδεύτηκε από κτηνωδίες βγαλμένες από την Κόλαση του Δάντη.

Στις 24 Φεβρουαρίου του 1994 ορίστηκε η 19η Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο», καθώς τότε στα 1919 ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα και δόθηκε η διαταγή για την 3η και πλέον αιματηρή φάση των διωγμών, που ξεκίνησαν το 1914. Μακριά από το μέτωπο της Ιωνίας, ο μετέπειτα ηγέτης και αναμορφωτής της γειτονικής χώρας ενορχήστρωσε τα αιματηρά του πλάνα, που βρήκαν καθολική απήχηση από το σύνολο των Οθωμανών. Αλλωστε το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν  ξεκάθαρο και έλεγε «Η Τουρκία στους Τούρκους». Η πάλαι ποτέ κραταιά αυτοκρατορίας τους έπρεπε να διασώσει τα εδάφη της και να εναντιωθεί στην αυτοδιάθεση των λαών που κυριαρχούσε στον κόσμο, μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο τρόπος ήταν ένας και αφορούσε στην εξάλειψη των άλλων εθνοτήτων που κατοικούσαν εντός της επικράτειάς της.

Υπό αυτές τις συνθήκες συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από τα τραγικά γεγονότα και όλοι μας στρεφόμαστε νοερά προς την Σάντα, που αγέρωχη θυμίζει ακόμη σε όλους πως η Τραπεζούντα δεν έπεσε ποτέ ολοκληρωτικά. Πρόκειται για το σύγχρονο Σούλι της ιστορίας μας και αποτελεί το σημείο αναφοράς ώστε η Γενοκτονία των Ποντίων όχι μόνο να μην ξεχαστεί, αλλά να παραμένει πάντα στις μνήμες μας. Λαός που ξεχνά την ιστορία του είναι καταδικασμένος να σβήσει και χωρίς ίχνος της οποιαδήποτε εθνικιστικής κορώνας ή ανάλογης πρόθεσης,  καλούμαστε να αποτίσουμε φόρο τιμής στο σύγχρονο Ζάλογγο. Εκεί όπου γυναίκες σκότωσαν τα παιδιά τους και πολέμησαν μέχρις εσχάτων, βροντοφωνάζοντας πως δεν παραδίδουν το δικαίωμα στη ζωή και την ελευθερία.

 

Η Σάντα ήταν ένα σύμπλεγμα επτά ορεινών χωριών,  που ονομάζονταν Πιστοφάντων (το μεγαλύτερο). Τσακαλάντων, Ζουρνατσάντων. Ισχανάντων, Κοζλοράντων, Πινετάντων και Τερζάντων, τα οποία και βρίσκονταν σε ορεινό σημείο και ΒΑ της Τραπεζούντας.  Οπως γίνεται εύκολα αντιληπτό όλα είχαν την κατάληξη -άντων, που ακολουθούσε τα ελληνικά ονόματα εκείνη την εποχή, ενώ ο τόπος ήταν άγονος και οι κάτοικοι μπορούσαν να  καλλιεργήσουν λαχανικά, κολοκύθια, πατάτες, κρεμμύδια και καλαμπόκια. Ομως υπήρχαν άφθονα χορτάρια και άπαντες στράφηκαν στην κτηνοτροφία.  Μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών κατοικούνταν αποκλειστικά από Ελληνες και συνολικά απαριθμούσε 5.000 ψυχές.

Από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησαν οι διώξεις, οι ντόπιοι αποφάσισαν να αντισταθούν, δημιούργησαν ένοπλα σώματα και τοποθετήθηκαν φυλάκια στο τέλος των εξωτερικών χωριών και κυρίως εκείνων που βρίσκονταν κοντά στα τουρκικά.

Οι Ποντιακές Αλπεις, έτσι αναφέρονταν τα βουνά στην ευρύτερη περιοχή, μπήκαν στο «στόχαστρο» των Τούρκων μετά την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Οθωμανοί στρατολογούσαν με τη βία τους Ελληνες και τους χρησιμοποιούσαν σε βαριές εργασίες, που τις περισσότερες φορές οδηγούσαν στο θάνατο από τις στερήσεις και τις κακουχίες. Ομως πολλοί νέοι βρήκαν εκεί καταφύγιο και αρνήθηκαν να καταταγούν, κάτι που εξόργισε τους κατακτητές.

Ετσι το 1916 περικύκλωσαν την περιοχή και απέκοψαν κάθε δίοδο ανεφοδιασμού της.  Οι Ελληνες απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις που δέχθηκαν, υπό την ηγεσία του Καπετάν Στυλιανού Κοσμίδη, αλλά λόγω της έλλειψης ειδών πρώτης ανάγκης, προχώρησαν σε συμβιβασμό και αναγκάστηκαν να στείλουν άνδρες στα «Τάγματα Εργασίας» (σ.σ. έτσι ονομάζονταν οι μονάδες που κατατάσσονταν οι Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ώστε να αρθεί η πολιορκία. Από όσους εντάχθηκαν στον τουρκικό στρατό, δεν επέζησε κάποιος.

Μερικούς μήνες μετά ξέσπασαν έντονες συγκρούσεις μεταξύ Ρώσων και Τούρκων, που βρήκαν τους πρώτους νικητές και απέστειλαν στρατεύματα  τόσο στην Τραπεζούντα, όσο και σε άλλες πόλεις, όπου εισήλθαν ως απελευθερωτές. Από τα μέσα του 1916 και για περίπου 1,5 χρόνο, ο πληθυσμός του Πόντου θα ζήσει με ασφάλεια, στο μέτρο του δυνατού, αλλά η πτώση του Τσάρου θα σημάνει και την αποχώρηση των Ρώσων από τον συνασπισμό της Αντάντ. Οι μονάδες που διατηρούσαν στην περιοχή άρχισαν να επιστρέφουν στη βάση τους και οι Ελληνες βρέθηκαν μπροστά σε ένα δίλημμα. Να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες ή να τις ακολουθήσουν στην ξενιτιά. Αρκετοί επέλεξαν το δεύτερο και εγκαταστάθηκαν στην απέναντι πλευρά του Εύξεινου Πόντου, ενώ όσοι έμειναν άρχισαν να οργανώνουν την αντίστασή τους.

Η λήξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου βρήκε την Ελλάδα στην πλευρά των νικητών και της παραχωρήθηκε η Σμύρνη και η Ανατολική Θράκη. Ομως ο Πόντος ήταν μακριά και ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν έθεσε ποτέ ζήτημα προσάρτησής του. Αντίθετα πρότεινε, σε ανύποπτη στιγμή, στον Μητροπολίτη Χρύσανθο τη δημιουργία ανεξάρτητου ομόσπονδου κράτους με τους Αρμένιους, κάτι που έγινε αποδεκτό. Ομως ο Κεμάλ καραδοκούσε.

Μαζί με τους συντρόφους του αψήφισε τις εντολές του Σουλτάνου και άρχισε αντάρτικο κατά πάντων. Αρχικά εναντίον των αγγλικών, γαλλικών, ιταλικών και φυσικά ελληνικών δυνάμεων που αποβιβάστηκαν στη Μικρά Ασία, ενώ μετά στο «στόχαστρό» τους βρέθηκαν και όλα τα μη Οθωμανικά φύλα. Η ήττα των Αρμενίων στη μάχη του Καρς αποτέλεσε τη «σπίθα» για την ανελέητη σφαγή των ομοεθνών τους, που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 1.000.000 άοπλους. Μόλις οι Τούρκοι ολοκλήρωσαν τη φρικαλέα αποστολή τους, στράφηκαν κατά των Ελλήνων.

Η Σάντα όμως στέκονταν αγέρωχη μπροστά τους και έτοιμη να γράψει το όνομά της με χρυσά γράμματα στην ιστορία του έθνους μας. Οσοι από τους κατοίκους της έμειναν στα χωριά, πήραν τα όπλα και υπό την καθοδήγηση του Ευκλείδη Κουρτίδη, πρόταξαν τα στήθη τους στους Οθωμανούς.

Η άφιξη του Κεμάλ στην Σαμψούντα τον Μάιο του 1919, αποτέλεσε το έναυσμα για την έναρξη της 3ης και πλέον αιματηρής φάσης των διωγμών. Υπό την καθοδήγηση του Τοπάλ Οσμάν σφαγιάζονταν και βασανίζονταν όλοι οι Ελληνες του Πόντου, ενώ η διεθνής κοινότητα αρέσκονταν σε ορισμένα διαβήματα διαμαρτυρίας και παρακολουθούσε αμέτοχη τα τεκταινόμενα.

Τον Σεπτέμβριο του 1921 άρχισε να συγκεντρώνεται γύρω από τη Σάντα πλήθος τουρκικού στρατού, που συνοδεύονταν από άτακτους και όλοι μαζί ανέρχονταν σε περίπου 10.000 άνδρες.  Ηταν ο καιρός που ο υπόλοιπος Πόντος ψυχορραγούσε και εκτός των σφαγών-διωγμών,  βρίσκονταν εν εξελίξει οι δίκες παρωδία της Αμάσσειας, όπου οι Κεμαλικοί οδήγησαν στον θάνατο την πνευματική και οικονομική ελίτ της περιοχής, με αφορμή τη σκέψη για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους.

Στα επτά μαρτυρικά χωριά οι περισσότεροι δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στα βουνά. Μετά από ορισμένες ημέρες αναγνωριστικών κινήσεων, οι Οθωμανοί εισέβαλαν σε αυτά, αρχικά ικανοποίησαν τα άγρια ένστικτά τους με μαζικές δολοφονίες και βιασμούς και ύστερα συγκέντρωσαν όσους επέζησαν στο Πιστοφάντων. Από εκεί εκτοπίστηκαν στο Χίνις του Ερζερούμ, όπου οι περισσότεροι άφησαν την τελευταία τους πνοή. Πλήθος παιδιών παραδόθηκαν σε χαρέμια ευπόρων, ενώ Τούρκοι άμαχοι από τα γύρω χωριά άρχισαν να λεηλατούν τις ελληνικές περιουσίες.

Ομως στα βουνά βρίσκονταν περίπου 250 ένοπλοι (στις δυνάμεις του  Κουρτίδη προστέθηκαν και οι άνδρες του καπετάν Τσιρίπς), που πλαισιώθηκαν από 400 γυναικόπαιδα.

Στις 10 του μηνός οι Οθωμανοί άρχισαν να τους πολιορκούν, αλλά εκείνοι άντεξαν μέχρι το βράδυ με ελάχιστες απώλειες (ένας νεκρός), οπότε και σταμάτησε η μάχη. Πλέον όμως ήταν ξεκάθαρο πως δεν θα μπορούσαν να αντέξουν την πίεση για μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να υπερασπιστούν τα εδάφη που είχαν καταφύγει. Αποφάσισαν λοιπόν να προχωρήσουν σε μία ηρωική έξοδο, στέλνοντας τον άμαχο πληθυσμό προς τα παράλια, ενώ οι άνδρες θα παράσερναν τους Τούρκους σε έναν πόλεμο φθοράς.

Ωστόσο μεταξύ των παιδιών ήταν πολλά βρέφη. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες, αφού οι Ελληνες θα είχαν μεν την κάλυψη της νύχτας, αλλά κινδύνευαν να προδοθούν από τα κλάματα των μωρών. Στην πρόταση των οπλαρχηγών όλοι πάγωσαν, αλλά αντιλήφθηκαν πως ήταν η μόνη λύση.

Μέσα σε λυγμούς εκτελέστηκαν όλα τα μικρά παιδιά και τα δύο τμήματα τράπηκαν σε φυγή, δίχως οι Τούρκοι να αντιληφθούν κάτι. Μόλις ξημέρωσε άρχισαν πάλι να σφυροκοπούν το μέρος που πίστευαν πως παρέμεναν οι Ελληνες, επειδή όμως δεν παρατηρήθηκε ανταπόδοση πυρών, πλησίασαν εκεί που βρίσκονταν την προηγουμένη ο Κουρτίδης και οι άνδρες του.

Οπου έγιναν μάρτυρες ενός φρικαλέου θεάματος, καθώς κείτονταν άψυχα τα σώματα επτά βρεφών. Ο αξιωματικός έδωσε εντολή να απαγκιστρωθούν και ενημέρωσε το αρχηγείο του. Λίγο αργότερα εκδόθηκε διαταγή όλοι να φύγουν από την περιοχή και να εγκαταλείψουν τη Σάντα, αφού πρώτα πυρπολήσουν τα σπίτια. Το γιατί αποτυπώνεται στην αλληλογραφία που διασώθηκε. «Ανθρωποι που σκοτώνουν τα παιδιά τους, είναι αδύνατο να πιαστούν ζωντανοί».

Ο αντάρτες παρακολουθούσαν από μακριά τα σπίτια τους που είχαν παραδοθεί στις φλόγες, ενώ στις 11 και 12 Σεπτεμβρίου αναχώρησαν πεζοί οι Ελληνες που είχαν συλληφθεί, οι οποίοι και οδηγούνταν στον θάνατο. Περίπου 3.000 Σανταίοι ξεκίνησαν ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό.

Μετά την αποχώρηση και του τελευταίου Τούρκου, οι αντάρτες επέστρεψαν στα χωριά ώστε να διασώσουν ότι μπορούν και να βρουν προμήθειες, ενώ εκτέλεσαν περισσότερους από 30 Τούρκους που εντόπισαν να πλιατσικολογούν.

Οι περισσότεροι εκ του άμαχου πληθυσμού που τους συνόδευαν, κατάφεραν τελικά να διαφύγουν και βρήκαν καταφύγιο στη Λιβερά, τη Γαλλίενα και την Γέμουρα, όπου και έμειναν εκεί μέχρι την ανταλλαγή. Οι ένοπλοι συνέχισαν τον «κλεφτοπόλεμο» με τις δυνάμεις των Οθωμανών και κινούνταν στα βουνά μεταξύ των περιοχών  Ματζούκα, Κρεμνών και Σάντας. Υπήρξαν όμως και ορισμένοι που θέλησαν να περάσουν στην ΕΣΣΔ, όμως συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν.

Μέχρι τη λήξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας και την Καταστροφή της Σμύρνης, οι υπόλοιποι παρέμεναν ελεύθεροι στα βουνά και οι Τούρκοι μέτρησαν δυσανάλογες απώλειες, όσες φορές επιχείρησαν να τους εντοπίσουν. Παράλληλα αντιτάχθηκαν στη συμφωνία για την ανταλλαγή των πληθυσμών, που δημοσιεύτηκε στα τέλη του 1922, παρά τις εκκλήσεις που τους έγιναν.

Μάλιστα τον Φεβρουάριο του 1923 προχώρησαν σε μία παράτολμη ενέργεια, όταν εισχώρησαν στις αντίπαλες γραμμές και συνέλαβαν έναν στρατηγό και αρκετούς αξιωματικούς, τους οποίους και εκτέλεσαν με την κατηγορία της «Εκ προθέσεως γενοκτονία σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου». Συχνά προχωρούσαν σε ανάλογες επιχειρήσεις απελευθέρωσης αιχμαλώτων και αποτελούσαν ένα «αγκάθι» για τον Κεμάλ.

Ο οποίος δεν μπορούσε να ανεχθεί πως για περίπου 1,5 χρόνο, υπήρχαν ακόμη σημεία αντίστασης του ελληνισμού. Μάλιστα τα ένοπλα σώματα δρούσαν και επί τουρκικών χωριών και πολλές φορές εισέρχονταν σε αυτά, ώστε να ανεφοδιαστούν σε τρόφιμα και πυρομαχικά. Ας μην ξεχνάμε πως μεσολάβησαν δύο χειμώνες και επειδή βρίσκονταν σε ορεινούς όγκους, οι περισσότεροι δρόμοι έκλειναν από το χιόνι και ήταν αδύνατο να τους καταδιώξουν.

Σαν αγρίμια έμεναν στο βουνό, ενώ μαζί είχαν γυναίκες και παιδιά που ανέλαβαν την, αν μας επιτρέπεται η έκφραση, διοικητική μέριμνα των ενόπλων.

Τελικά πείστηκαν να συνθηκολογήσουν και να αποδεχθούν τη Συνθήκη της Λωζάνης, μέσω της οποίας η Ελλάδα θα υποδέχονταν περίπου 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία (ξέχωρα από την απώλεια των εδαφών της Σμύρνης και της Ανατολικής Θράκης), ενώ στην Τουρκία θα μετακινούνταν  500.000 Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης.

Πάντως ακόμη και τότε οι Τούρκοι δεν έδειξαν διατεθειμένοι να τηρήσουν την ανακωχή και συνέλαβαν τους αντάρτες, μόλις εκείνοι κατέβηκαν στα πεδινά. Ολοι φυλακίστηκαν και εκπονήθηκε σχέδιο για τη δολοφονία τους, ωστόσο, για καλή τους τύχη, ενημερώθηκε η επιτροπή της ανταλλαγής πληθυσμών που είχε συσταθεί από την τότε Κοινωνία των Εθνών, τα μέλη της οποίας απαίτησαν να αναχωρήσουν από τη χώρα με προορισμό την Ελλάδα.

Παρότι οι Κεμαλικοί με διάφορα τεχνάσματα θέλησαν να τους εκτελέσουν (ακόμη και στην αποβάθρα πριν επιβιβαστούν στα πλοία), ο Κουρτίδης και οι άνδρες του έφτασαν το 1924 στη Μακεδονία, χάρις και στις ενέργειες του βουλευτή Λαμπριανού Λαμπριανίδη. Ηταν οι τελευταίοι χρονικά Ελληνες που έφυγαν από τις πατρογονικές τους εστίες.

Ο καπετάνιος βρέθηκε, όπως και οι περισσότεροι Σανταίοι, στο Κιλκίς, όπου δημιουργήθηκε ο οικισμός Νέα Σάντα. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα, αφού δυστυχώς οι πρόσφυγες αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία από τους κατοίκους των περιοχών που εγκαταστάθηκαν, ενώ το κράτος έλαμψε δια της απουσίας του. Ο Κουρτίδης ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία και μάλιστα διέμενε λίγο έξω από το χωριό.  Κάτι που εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως του κόστισε τη ζωή. Στις 10 Φεβρουαρίου του 1937 βρήκε τραγικό θάνατο, όταν επέστρεφε με το κάρο στο σπίτι του ύστερα από ένα γλέντι, εκείνο ανατράπηκε και ο ήρωας του Μικρασιατικού ελληνισμού έπεσε νεκρός.

Σήμερα τα ερείπια των επτά χωριών στέκουν αγέρωχα να θυμίζουν πως εκεί αναβίωσε το σύγχρονο Σούλι και διαδραματίστηκαν σκηνές ανάλογες με το Ζάλογγο. Ομως πόδι Τούρκου δεν πάτησε, για όσο καιρό δόθηκε στους Σανταίους η δυνατότητα να το υπερασπίζονται. Και δεν ήταν οι μόνοι. Αρκετοί Ελληνες του Πόντου αψήφισαν τους κινδύνους και πολέμησαν τους Τούρκους, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίπτωση του Κοτζά Αναστάς ή Αναστάσιου Παπαδόπουλου, που πλέον βρίσκεται στη σφαίρα του θρύλου. Στα 1922 μαζί με μόλις 20 συντρόφους του, απέκρουσε με επιτυχία τις δυνάμεις του  Λιβά Πασά και προκάλεσε το θάνατο σε περισσότερους από 500 Οθωμανούς.

Η εγκαταλελειμμένη περιοχή υπάγεται στον Δήμο Ντουμανλί  και το 1999 οι τοπικές αρχές την κήρυξαν αρχαιολογικό χώρο. Εκτοτε υπήρξαν προσπάθειες για να την ανάπλασή της, αφού το τοπίο είναι σπάνιας ομορφιάς, ενώ υπάρχει και το εντυπωσιακό μεσαιωνικό κάστρο. Ναι, αυτές οι πέτρες που… μυρίζουν Ελλάδα.

Πηγή:gazzetta.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: